Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Νότα Κυμοθόη Ομήρου Οδύσσεια

φωτογραφία της Νότας Κυμοθόη

© ΝΌΤΑ ΚΥΜΟΘΌΗ



Ομήρου Οδύσσεια
Νότα Κυμοθόη, απόδοση από το αρχαίο κείμενο

Για τον άντρα τον πολύτροπο, πες μου Μούσα, που                  1
περιπλανιόταν, αφού πάτησε της Τροίας το ιερό κάστρο,
κι ανθρώπων πολλών τη γνώμη γνώρισε και τους τόπους
και πέρασε πλήθος συμφορές στα πέλαγα, αναζητώντας
τρόπους επιστροφής πίσω με τους συντρόφους του ατόφιους.
Μα μήτε αυτούς έσωσε, με όσο καημό κι αν είχε,
γιατί χαθήκαν από δικό τους κρίμα και λάθη
οι ασεβείς, που έφαγαν του Ουρανοδρόμου Ήλιου τα βόδια
και γιαυτό στερήθηκαν του γυρισμού τη μέρα.
Πες τα όλα και σ΄εμάς, θεά, του Δία θυγατέρα.                     10

Όλοι, όσοι ξέφυγαν τότε απ΄το μαύρο χάρο, πήγαν                11
στα σπίτια τους, αφού γλύτωσαν μάχες και γιαλούς.
Κι αυτόν οπού ποθούσε πολύ πατρίδα και γυναίκα
τον κρατούσε με θωπεία η νεράϊδα και λατρευτή θεά Καλυψώ,
μέσα στην ερωτική σπηλιά για να τον έχει ταίρι.
Κι έτσι περνούσε ο καιρός και γύριζαν τα χρόνια
ώσπου πήραν οι θεοί απόφαση στο Θιάκι να επιστρέψει,      17
όπου κι εκεί στο σπίτι του δεν έλειπαν οι αγώνες
στην πάλη των δικών του. Και τον συμπόνεσαν όλοι οι θεοί
εκτός απ΄τον Ποσειδώνα. Κράταγε του Οδυσσέα μονάχ΄αυτός
άσβηστο μέγα θυμό πριν φτάσει στην πατρίδα.                     

Μα εκείνος στους απόμακρους Αιθίοπες πήγε,                       22
που κατοικούν στην άκρη χώρια απ΄ όλους χωρισμένοι,
άλλοι στου ήλιου την ανατολή κι άλλοι στη δύση,
πλούσια για να λάβει σε βόδια και κριάρια προσφορά.
Κάθισ΄ εκεί και χαίρονταν με όλη τη θυσία, κι οι άλλοι
οι θεοί στου Δία το παλάτι ήταν όλοι μαζί.                             27
Κι άρχισε ο πρώτος των θεών και των ανθρώπων ο πατέρας
οπού ΄χε τον άψεγο Αίγισθο στο νου του,
που τον σκότωσε ο πασίγνωστος Ορέστης τ΄Αγαμέμνωνα ο γιος.
Και έχοντάς τον στο νου, είπε, στους άλλους θεούς:
"Πόσο κρίμα είν' αλήθεια, οι άνθρωποι να τα βάζουν με θεούς, 
γιατί νομίζουν ότι από εμάς πάνε και τους χτυπούν οι συμφορές,
ενώ τις παθαίνουν μόνοι τους από απερισκεψιά τους,
δίχως να φταίει η μοίρα τους. Όπως και τώρα, χωρίς
να είναι γραφτό του, ο Αίγισθος πήρε του γιου του Ατρέα
ταίρι, κι εκείνος στην πατρίδα του σαν επέστρεψε,
τον σκότωσε, κι ας γνώριζε τι θανατικό θα τον βρει             38
αφού στείλαμε από πριν και του τόπε ο φτεροφόρος ο Ερμής,
το ταίρι του ν΄αφήσει και να μη του κόψει τη ζωή,
γιατί η εκδίκηση του Ατρείδη θα ρθει απ΄τον Ορέστη
σαν μεγαλώσει ο πόθος του να φτάσει στην πατρίδα.
Αυτά του είπε ο Ερμής, ποθώντας το καλό του,
μα δεν του άλλαξε το νου. Τώρα τα έπαθε όλα".
Τότε η φωτοστάλαχτη του απάντησε Παλλάδα:
"Πατέρα όλων μας, του Κρόνου γιε, των επουράνιων πρώτε,
εκείνος έτσι τού 'πρεπε, ναι, έλαβε και βρήκε θάνατο
καθώς όποιος όμοια πράττει έτσι θα χαθεί.                            48
Μα εμένα κομματιάζεται για τον θεϊκό Οδυσσέα η καρδιά μου
οπού χρόνια πίνει φαρμάκια ο έρμος απ΄τους δικούς του
καταμεσίς πελάγου, σ΄ ένα κλεισμένο σαν από γυαλί νησί,
γεμάτο δέντρα, οπού για κατοικία της έχει μια θεά,
του Άτλαντα θυγατέρα, που ο κακόγνωμος γνωρίζει
της κάθε θάλασσας το βάθος και το ανεβάζει μόνος
ως τους ψηλούς στύλους που χωρίζουνε στα δυο γη και ουρανό.
Το δόλιο εκείνον κρατά η κόρη, κι ας λυπάται,
και με όλα τα μαργιόλικα και τα γλυκά της λόγια                
ημερόνυχτα αποπλανά το Θιάκι να ξεχάσει.                             58
Μα ο Οδυσσέας αγναντεύει και ποθεί να ιδεί καπνό
απ΄την πατρίδα του να βγαίνει ψηλά κι ας βγει η ψυχή του.
Κι αχ, Ολύμπιε, μήτε εσένα δε λυγάει η καρδιά σου.
Θυμάσαι που σε καλόπιανε στ΄αργίτικα καράβια
ο Οδυσσέας με θυσίες κοντά στην Τροία την πλατιά;
Λοιπόν, πως έτσι θύμωσες μαζί του τώρα, Δία;"
Κι ο Δίας της απάντησε ο συγνεφοσυνάχτης: